«…Εννέα όγδοα στης Καισαριανής τον τοίχο…»

«…Εννέα όγδοα στης Καισαριανής τον τοίχο…»

Το να είσαι συγκροτημένος, ατάραχος, άφοβος, μπροστά στο βέβαιο του θανάτου -όπως μια εκτέλεση-, είναι μια κατάκτηση καθόλα αφύσικη. Είναι μία στάση ζωής, όπου το θάρρος, η γενναιότητα, η λεβεντιά, ως καθαρά, κυρίαρχα συναισθήματα, νικούν το φυσικό του φόβου και της αυτοσυντήρησης. Ακόμη και τη λογική που ουρλιάζει υπόκωφα μέσα σου, να τρέξεις, να κρυφτείς, να παρακαλέσεις, να πέσεις στα γόνατα. Ακόμη κι αν η λογική αυτή είναι εντελώς παράλογη την δεδομένη στιγμή, στις δεδομένες συνθήκες. Είναι ένα καθαρό, φωτεινό συναίσθημα, που «παίρνει το τιμόνι» της ζωής, στο κατώφλι του θανάτου.

Οι 200 κομμουνιστές που εκτελέστηκαν στην Καισαριανή την 1η Μάη του 1944 διέθεταν εκείνην την τόσο σπάνια δύναμη, να πατήσουν με την καθαρότητα των συναισθημάτων τους την μηχανή του θανάτου. Μια μηχανή που στρατεύτηκε στον ναζισμό, στην πλέον αντιανθρώπινη ιδεολογία από την αυγή του κόσμου: την σύμπηξη του φασισμού με την κακοήθη, ρατσιστική μεταφυσική. Η υψωμένη τους γροθιά υπήρξε ισχυρότερη από τις σφαίρες. Ισχυρότερη από τα πολυβόλα που νίκησαν το σώμα, το φθαρτό, αλλά δεν άγγιξαν σπιθαμή από την θέλησή τους, από το όραμα τους για έναν καλύτερο κόσμο.

Η στάση τους απέναντι στα ναζιστικά πολυβόλα ήταν μια στάση ηρωική. 

Τους εκτέλεσαν, ως αντίποινα, ανήμερα της Εργατικής Πρωτομαγιάς, για να δηλώσουν έτσι με αίμα την απέχθεια τους για όσους αγωνίζονται ενάντια στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Να δείξουν  το ακραίο εγκληματικό μένος τους γι’ αυτούς που έδωσαν όλο τους τον χρόνο, την δύναμη και την ενέργεια, μαχόμενοι τον ρατσισμό, την απάτριδη «εθνικοφροσύνη», την οργανωμένη θρησκεία ως εργαλείο καταπίεσης. Και, περισσότερο απ’ όλα, την κατάργηση του μεγάλου Κεφαλαίου, με τους ένοπλους μπράβους του. Ένοπλους μπράβους σαν αυτούς που χειρίζονταν τα πολυβόλα στην Καισαριανή.

Η ηρωική όμως στάση των 200 κομμουνιστών, αυτό το ανίκητο καθαρό τους συναίσθημα, οδήγησε τα κτήνη του ναζισμού σε μια μεγαλοπρεπή ήττα. Ο ανθρωπισμός τσάκισε την κτηνωδία. 

Ήταν έγκλειστοι των φυλακών ήδη από το φασιστικό καθεστώς Μεταξά. Χωρίς κανένα ίχνος ντροπής, οι «πατριώτες» κι «εθνικόφρονες» μπάτσοι, στρατιωτικοί κι ανθρωποφύλακες, με εντολή των δοσίλογων της Κατοχικής κυβέρνησης, τους παρέδωσαν στους Γερμανούς ναζί και Ιταλούς φασίστες κατακτητές. Οι χαφιέδες, οι δωσίλογοι, οι προδότες και ρουφιάνοι, με τον «μαγικό μανδύα» του «πατριώτη», σε πλήρη συνεργασία με τον κατακτητή. Αρκεί να πλούτιζαν οι ίδιοι και τα σόγια τους κι ας πέθαιναν ακόμη και παιδιά, χιλιάδες παιδιά, από την πείνα και την αβιταμίνωση στους δρόμους, λόγω του ανελέητου πλιάτσικου που εφάρμοζαν τ’ αφεντικά τους, με την δική τους –εννοείται– απεριόριστη συνεργασία.

Αυτοί τους παρέδωσαν στους ναζί. Γιατί ήταν «ένοχοι» ως κομμουνιστές. «Έπρεπε» να πληρώσουν γι’ αυτό που ήταν, για όσα πίστευαν, για την κοινωνική τους δράση, για τον αγώνα τους ενάντια στην μισθωτή σκλαβιά, για την κατάργηση της σχέσης εκμεταλλευτή-εκμεταλλευόμενου, ως δομικό στοιχείο του πολιτισμού, από τα πρώιμα ακόμη στάδια του.

Παρότι ο δρόμος μας είναι διαφορετικός κι ο τρόπος που τον βαδίζουμε επίσης, ωστόσο το όραμα της αταξικής κοινωνίας, όπου κανείς δεν θα εκμεταλλεύεται τον κόπο κανενός, μας συγκινεί εξίσου.

Την πρώτη στιγμή που αντικρίζεις τις φωτογραφίες, το βλέμμα σου μένει ακίνητο. Παύει να ξεφεύγει δεξιά κι αριστερά στη ροή πληροφοριών. Μένει επιτέλους ακίνητο. Και το συναίσθημα συμπυκνώνεται σε εκείνο το βλέμμα. Σου φαίνεται σχεδόν απίστευτο ότι αυτοί οι άνθρωποι, πιστοί στον κομμουνισμό, πιστοί στις ιδέες τους, κατάλαβαν ότι πλέον δεν υπήρχε τίποτε να χάσουν πέρα από τις αλυσίδες τους. Παγώνεις, σε κυριεύει ένα βαθύ συναίσθημα που έχεις καιρό να νιώσεις. Αποκαλύπτεται εμπρός σου χωρίς φίλτρα, όπως οι φωτογραφίες.

Σου φαίνεται εξίσου απίστευτο ότι αυτές τις φωτογραφίες τις τράβηξε ένας Γερμανός ναζί που, μεταξύ άλλων, ήθελε να κάνει τη δική του προπαγάνδα, φωτογραφίζοντας τους μελλοθάνατους. Τις τράβηξε ο κατακτητής, που πάτησε το κουμπί της φωτογραφικής του μηχανής, με την ίδια ευκολία που θα πατούσε σε λίγο τη σκανδάλη για την εκτέλεση.

Και τους απαθανάτισε τη στιγμή που κοιτούσαν κατάματα τον φακό. Το βλέμμα τους δεν κοιτά μόνο τον κατακτητή· κοιτά κι εμάς. Κοιτά το μέλλον και το παρελθόν. Το βλέμμα τους είναι ο νικητής όλων των μαχών. Ο κατακτητής νομίζει πως φωτογραφίζει τους μελλοθάνατους· νομίζει ότι είναι ο νικητής. Κι όμως, εκείνη στιγμή φωτογραφίζει εκείνους που νίκησαν τον χρόνο.

Μας άφησαν να αναπνεύσουμε στ’ αλήθεια· να θυμηθούμε ότι δεν νικάς, επειδή επικρατείς στα μυαλά και στα σώματα των ανθρώπων. Νικάς, όταν μπαίνεις στην καρδιά τους. Τότε ζεις αιώνια, επειδή αυτό το ίδιο το συναίσθημα μένει ατόφιο, όπως εκείνη τη στιγμή.

Ο κατακτητής ναζί έσωσε –άθελά του φυσικά!– την ύψιστη στιγμή ελευθερίας: τη στιγμή που δεν έχει σημασία τίποτε.

 

                                                     σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

 

Comments are closed.