Browsed by
Κατηγορία: Ποίηση

Δραπέτες

Δραπέτες

 

Θέλησε να ξοδευτεί με τον δικό του ρυθμό/ Από παιδί μισούσε τα ρολόγια./ Προτιμούσε να μετρά τις στιγμές με την αναπνοή του/ Ήταν καλύτερα έτσι/ Κι όταν οι καταστάσεις τον στρίμωχναν άγρια/ επέστρεφε στη γέρικη μουριά/ Εκείνη στον θλιβερό ακάλυπτο/ Τα δέντρα δεν μιλούν/ μα νιώθουν τα πάντα/ Επέμενε πως το σώμα της είχε καταπιεί τα κάγκελα/ Τα χώνεψε για τα καλά/ Σίδερο σκουριά και χλωροφύλλη αγκαλιασμένα/ Κι αντίο φυλακή/ Μια στιγμιαία νίκη της ζωής/ Πριν το σπασμένο σώμα ρίξει αυλαία/ Ο θρύλος λέει πως δεν έγιναν οι πρέπουσες τελετές/ Καμιά κηδεία/ Τα κομμάτια σάπιζαν άθαφτα στην άσφαλτο/ Κάτι παιδιά μόνο χάραξαν επάνω τους κατάδεσμους/ Σε αρχαίες νεκρές γλώσσες/ Για να μην τους ξορκίσει κανείς/ Αυτός έλειπε/ Μόνο τα πουλιά την έκλαψαν/ Κι ας έμειναν άστεγα/ Διασώθηκαν μόνο κάτι σκόρπιες εικόνες/ Που με το μέτρημα των αναπνοών θόλωναν μέσα του/ Τις ξέβραζε με κάθε εφιάλτη/ Τότε στις κόγχες του βλάσταιναν και πάλι τα κλαδιά της/ Και η σκιά τους πρόσφερε πυρετική θαλπωρή στους λίγους επιζώντες/ Δεν ξεκουραζόταν ποτέ/ Έκανε υπομονή για τον Μεγάλο Ύπνο/ Κι όσο αυτός αργούσε/ έπρεπε κάπως να ξοδευτεί/ Άλλοτε έτρεχε σα φωτόνιο κι άλλοτε έμενε αδρανής σα ψόφια μύγα/ Περφεξιονισμού και Απραξίας γωνία, μόνιμος κάτοικος/ Αυτό τον έκανε αθεράπευτα συναισθηματικό/ Με έναν άσχημο τρόπο/ αποκλειστικά ιδιόκτητο/ Κάποτε ο δάσκαλος τούς μίλησε για τα νεκροτομεία/ Οι περιγραφές του με κάθε λεπτομέρεια/ Δεν τσιγκουνεύτηκε λέξη/ Ήταν όλοι τους στο προαύλιο/ Μάης γλυκός/ Το άρωμα από τις πασχαλιές σκαρφάλωνε ανεμπόδιστα μέσα τους/ Ένιωσε ερωτευμένος με τα πάντα/ Τα κορίτσια ας περίμεναν τη σειρά τους/ Και τότε είδε όλη την αλήθεια/ Είδε τις πασχαλιές να ξεκορμίζουν μέσα από τα σωθικά των πεθαμένων/ Να ξεπηδούν από ανοιγμένα μπλαβιά στόματα/ Ανθοί και αίμα να σμίγουν με τρυφερότητα/ Αδέξια και αθώα/ Φτιάχνοντας συμπλέγματα από θάνατο και ζωή/ Ο ήλιος τού χάιδεψε άγρια το σβέρκο/ Κι αυτό κάπως τον συνέφερε από τη ζάλη/ Το ήξερε ήδη/ Οι στιγμές είναι τα πάντα/ Τα χρόνια όμως κρεμάλα/ Μια τρίαινα από φουσκωμένες φλέβες/ άραζε μόνιμα στο μέτωπο του/ Όταν συγκεντρωνόταν πολύ/ μπορούσε να ακούσει το αίμα του να φέρνει βόλτες μέσα τους/ «Θα κάνουν μπαμ κάποια μέρα να το ξέρεις.
Περισσότερα... “Δραπέτες”
Εύδαιμον το 2020!

Εύδαιμον το 2020!

Με την ευχή αυτό το έτος και κάθε έτος να είναι ο καιρός που ο καθένας μας θα αντικρίσει τον ευδαίμονα εαυτό του και θα αντιληφθεί την Ενότητα που μας εμπεριέχει και εμπεριέχουμε,

παραθέτουμε το Τρίτο Σονέτο του Giordano Bruno:

 

Ποιος μου ‘δωσε φτερά, ποιος μου ζεσταίνει την καρδιά;

Ποιος δεν μ’ αφήνει να φοβάμαι την τύχη ή τον θάνατο;

Ποιος έσπασε τις αλυσίδες κι αυτές εδώ τις πόρτες

απ όπου λίγοι μονάχα κατάφεραν να βγουν;

 

Οι αιώνες, οι χρονιές, οι μήνες, οι μέρες και οι ώρες

όπλα και θυγατέρες του καιρού, και εκείνη η αυλή

που μέσα της ο σίδηρος και το διαμάντι τη δύναμή τους χάνουν

απ’ τη δική τους τη μανία με προστάτεψαν

 

Έτσι με σίγουρα φτερά στον άνεμο πετάω

χωρίς φόβο πάνω σε κρύσταλλα και σε γυαλιά να πέσω πάνω

τα ουράνια σκίζω και στο άπειρο ορμάω

 

Κι ενώ σε άλλες σφαίρες από τη δική μου πέφτω

και απ’ το αιθέριο πεδίο πιο βαθιά τρυπάω

αυτό που οι άλλοι βλέπουνε από μακριά, εγώ πίσω μου αφήνω.Περισσότερα... “Εύδαιμον το 2020!”

«Μια γενναία και φωτεινή αλήθεια» της Μάγια Αγγέλου

«Μια γενναία και φωτεινή αλήθεια» της Μάγια Αγγέλου

Όταν οι λέξεις έχουν χάσει κάθε ιερότητα και σεβασμό στην ύπαρξη, όταν στο όνομα της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της αγάπης λέγονται τα χειρότερα ψέματα κι οι λέξεις παράγουν ύβριν, τότε ας σταματήσουμε τα δελτία ειδήσεων κι ας ακούσουμε το δροσερό αεράκι της ποίησης, που λέει τις πιο μεγάλες αλήθειες.Περισσότερα... “«Μια γενναία και φωτεινή αλήθεια» της Μάγια Αγγέλου”

Η καρδιά του «Νέου Κόσμου»

Η καρδιά του «Νέου Κόσμου»

Για ό,τι έφυγε και δε θα ξανάρθει. Για όσα κρυφτήκαν στη σκιά του χρόνου, περήφανα, δίχως αναφιλητά, με μνήμη, συνείδηση και παρρησία. Για όλα εκείνα που δεν μπόρεσαν να αρπάξουν οι κονκισταδόρες της Ιστορίας στο διάβα τους.

%ce%b4%ce%ad%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%bf-%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-%cf%80%ce%ac%ce%b3%ce%bfΟ ήλιος, λένε, θέλει την καρδιά μου,

Μα κρύβομαι στα δάση·

Τα δέντρα φυλάνε την ανάσα μου στη σκιά τους.… Περισσότερα... “Η καρδιά του «Νέου Κόσμου»”

Born into this…

Born into this…

born-into-this-1Γεννιέται σαν σήμερα, στις 16 Αυγούστου 1920, στο Άντερναχ της Γερμανίας, ο Χένρι Τσαρλς Μπουκόφσκι. Κάνει δουλειές ικανές να στείλουν κάθε εχέφρονα στο τρελάδικο, πίνει, γράφει συνεχώς. Εκδίδει δεκάδες ποιητικές συλλογές, πολλά διηγήματα και πέντε νουβέλες. Βαδίζει ακούραστα, με συνέχεια και συνέπεια τον προσωπικό του δρόμο, δίχως να παραχωρεί σπιθαμή απ’ την ψυχή του σε κανέναν.Περισσότερα... “Born into this…”

Όταν τα χαρακώματα σιωπούν

Όταν τα χαρακώματα σιωπούν

otan-ta-xarakomata-siopoun1Αυτό που με πνίγει μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο είναι ο φόβος της εσωτερικής αποκτήνωσης. … δεν έχω τον παραμικρό φόβο για τις σφαίρες και τις οβίδες … φοβάμαι μήπως χάσω την πίστη μου στην ανθρωπότητα, στον ίδιο μου τον εαυτό, στο καλό που υπάρχει στον κόσμο.Περισσότερα... “Όταν τα χαρακώματα σιωπούν”

Επί ξύλου τρεμάμενοι

Επί ξύλου τρεμάμενοι

epi-xilou-tremamenoi1Οι δρόμοι ξεβράζουν τα πτώματα

Που άφησε το γλέντι του Σαββατοκύριακου.

Γέμισε η λεωφόρος κλαδιά

Σαν γονυπετές δάσος.

Και το τραπέζι του χασάπη

Άλικη κλίνη βρεφική.

Κάποτε στον δρόμο,

Ξέραμε αυτούς που

Μας γνώρισαν μόνο για να μας θυμούνται.

Τώρα γίναμε εκείνο το ίδιο μας το βλέμμα

Χαρισμένο στην άγνοια,

Να μοιάζει συνώνυμο της αθωότητας.Περισσότερα... “Επί ξύλου τρεμάμενοι”

Ρινίσματα συριστικά

Ρινίσματα συριστικά

rinismata-siristika1Μη φοβού τους Φιλισταίους ξενομερίτη,

Της Δαλιδά την κόψη μη μνησικακείς,

Στα σκαλοπάτια του θανάτου σιωπηλός να φλυαρείς,

Στους  άδειους των όλμων κάλυκες

Μάθε να φτιάχνεις ανθοστήλες.

Κι όταν στης εσχατιάς το τρίστρατο

Για τ’ ανερμήνευτα μυστήρια ερωτηθείς,

Αποκρίσου δίχως υπεκφυγές πως

Οι άγγελοι έχουν φτερά

Κι οι άνθρωποι προβλήματα.Περισσότερα... “Ρινίσματα συριστικά”

Απολίτικων Υπόθεσις

Απολίτικων Υπόθεσις

apolitikon-ipothesis1Ίσως πρέπει να αποσυρθούμε ευπρεπώς σε μια νηφάλια μέθη,

να ορίσουμε με τρυφερότητα ειρμούς και λύπες, 

τα κεκτημένα στα ψίχουλα κάτω απ’ το γιορτινό τραπέζι,

του φωτός τα στίγματα, όταν οι νυσταγμένοι λεπτοδείκτες

τραμπαλίζουν ανερυθρίαστα στου χρόνου την καμπούρα.

 

Ίσως οφείλουμε στης σάρκας μας τις σάρκες λίγες στιγμές ανάπαυσης πικρής,

να σκάψουμε σωρούς στάχτης με τους όνυχες απόντες,

μήπως και της αθωότητας η παιδική έξη ξεπροβάλει

σαν σκιά κτέρισματος απ’ της λήθης το κιβούρι.Περισσότερα... “Απολίτικων Υπόθεσις”