Άλματα Λογικής
Στο έργο του «Η καταστροφή του Λόγου, Νίτσε» ο Λούκατς βλέπει στον Νίτσε έναν προάγγελο του ναζιστικού φυλετισμού. Με αφορμή αυτή την θέση, σκεφτόμαστε ότι το ίδιο άλμα λογικής χρησιμοποιείται συχνά και για τους ρομαντικούς ως προάγγελους του Ναζισμού. Συχνά, ο παραλογισμός μπορεί και καμουφλάρεται μέσα σε εκείνο το φιλοσοφικό/στοχαστικό ύφος της γραφής, που δεν χρησιμοποιείται για να ξεκαθαρίσει, αλλά για να περάσει μια παράλογη άποψη ως λογική, μέσω της σύγχυσης. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να συμβαίνει είτε ακούσια, χωρίς ουσιαστική πρόθεση, είτε εντελώς συνειδητά, ως πολιτικό εργαλείο για να πλήξει αντίθετες με τις απόψεις που υιοθετεί/εκπροσωπεί αυτός που ασκεί την κριτική – ή, παράλληλα, να κάνει και μια γενναία εκδούλευση στα συμφέροντα που τον στηρίζουν. Πολιτική και συμφέροντα είναι έννοιες αθεράπευτα σιαμαίες.
Σε μια τέτοια αντιμετώπιση των ιδεών και του παρελθόντος είτε ως ιστορίας είτε ως πηγής έμπνευσης, ανιχνεύουμε μια μηχανιστική και ντετερμινιστική αντίληψη του κόσμου, όπως αυτή εδραιώθηκε αρχικά στον Αριστοτέλη. Δηλαδή, όταν στρεφόμαστε στο παρελθόν, το αντιμετωπίζουμε εν προκειμένω ως ένα μονοπάτι που βάδισε η ανθρωπότητα χωρίς να έχει άλλη επιλογή. Με άλλα λόγια, επειδή ξέρουμε τι ακολούθησε, θεωρούμε ότι οι συνέπειες ήταν προδιαγεγραμμένες.
Είναι διαφορετικό να ισχυριστεί κάποιος ότι στις ιδέες του Νίτσε μπορούμε να εντοπίσουμε ψήγματα ή κομμάτια ολοκληρωτισμού, απολυτότητας ή οτιδήποτε άλλο κι εντελώς διαφορετικό είναι να κάνουμε αναχρονισμούς και λογικά άλματα, ισχυριζόμενοι ότι ο Νίτσε προετοίμασε το έδαφος για τον ναζισμό, ήταν προάγγελος του τάδε κ.λπ. Αυτή η αντίληψη της ιστορίας, ότι δηλαδή τα πράγματα έχουν μια εσωτερική αιτιότητα κι ότι το ένα οδηγεί αναπόφευκτα στο άλλο βήμα -που έχει ήδη προηγηθεί-, είναι ιδιαιτέρως καταστροφική για τις ιδέες και τις πράξεις της ανθρωπότητας.
Και τούτο συμβαίνει πρωτίστως επειδή μας δίνουν την αίσθηση ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε και μας ωθούν να αντιληφθούμε και το παρόν μας μοιρολατρικά: πάντα έτσι γίνεται και δεν αλλάζει. Εν συνεχεία, μέσα από αυτήν την αντίληψη, μπορεί να μας διαφύγουν άπειρες άλλες πιθανές κατευθύνσεις που μπορούσαν να εξελιχθούν τα γεγονότα σε οποιαδήποτε εποχή. Επίσης, να δημιουργήσουμε επικίνδυνους συσχετισμούς που παγιδεύουν το νου με πολλαπλό τρόπο. Δηλαδή, όπως το ν’ ανακαλύπτουμε ναζιστικές ιδέες στον Νίτσε, να γενικεύουμε και να καταλήγουμε πολύ εύκολα κι αβασάνιστα ότι αυτός ήταν ο πρώτος ναζί (!!!) -κάτι πολύ σύνηθες στο πνεύμα της δικής μας εποχής- και να μην μπαίνουμε έτσι στον κόπο να τον μελετήσουμε οι ίδιοι, αλλά να αναπαράγουμε θεωρίες άλλων.
Τούτων λεχθέντων, οι «ειδικοί» μάς «προστατεύουν» από το «κακό», με τον τρόπο αυτόν. Ως μοναδικοί «γνώστες», θα βουτήξουν οι ίδιοι στα βαλτώδη, θολά, ρυπαρά γνωσιακά «νερά» του Νίτσε -ή οποιουδήποτε άλλου κρίνουν «επικίνδυνο»- έτσι ώστε να «μην χρειαστεί» να το κάνουμε οι ίδιοι και «κινδυνεύσουμε να μολυνθούμε από λάθος/επικίνδυνες ιδέες ή απόψεις». Η λογική αυτή είναι λογική απολυταρχίας, όσο κι αν «φωνάζει» για το ακριβώς αντίθετο. Και η λογική της απολυταρχίας δεν μπορεί να είναι παρά η άρνηση της λογικής. Όσο υπεύθυνος για την έλευση του ναζισμού μπορεί να είναι ο Νίτσε, άλλο τόσο υπεύθυνοι για την τερατώδη απολυταρχία της Β. Κορέας μπορεί να είναι ο Μαρξ κι ο Ένγκελς. Όταν το παρελθόν κρίνεται με την επικρατούσα λογική του παρόντος, το αποτέλεσμα γίνεται επικίνδυνα γελοίο. Ενίοτε κι επικίνδυνο. Σκέτο.
Αυτό το βλέπουμε ακόμη και στην προϊστορία. Οι νεότερες έρευνες δείχνουν ότι δεν ήταν καθόλου δεδομένο ότι η ανθρωπότητα θα κατέληγε στη γεωργία και τη σταθερή κατοίκηση. Αντίθετα, όλα συνηγορούσαν στο αντίθετο! Περισσότερο συνέβη μια νοητική/πνευματική μεταβολή, παρά κάποια αναγκαιότητα και κάποιο άλλο σχήμα αίτιο-συνέπεια.
Αυτά τα παραδείγματα, όμως, μας λένε ότι χρειαζόμαστε χρόνο. Ουσιαστικό χρόνο, όχι ποσοτικά πολύ χρόνο – για να σκεφτούμε σε βάθος, να εξετάσουμε, να προβληματιστούμε, να συμφωνήσουμε και να διαφωνήσουμε κι όχι να είμαστε έρμαια της στιγμής. Σχεδόν κανείς δεν έχει πλέον χρόνο για να στοχαστεί. Έχει μόνο χρόνο για χάσιμο.
Αλκυόνες