Παιγνίδι με τον θάνατο
Ένα καρότσι, μια πάνινη κούκλα, κάποια μικρά παιδιά· το παιγνίδι ξεκινά. Η κούκλα τοποθετείτε προσεκτικά στο καρότσι, τα παιδιά το σηκώνουν ψηλά και βαδίζουν. Κάπως ασυνήθιστο, αλλά η φαντασία των παιδιών –μικρών και μεγάλων- είναι αχαλίνωτη· αλίμονο αν δεν ήταν. Ίσως λοιπόν πρόκειται για κάτι εντελώς φανταστικό, για αναπαράσταση ενός σκηνικού που σκαρφίστηκαν από κοινού αυθόρμητα την στιγμή εκείνη. Τι άλλο θα μπορούσε να είναι;
Το καρότσι είναι απομεινάρι, η κούκλα έχει δει και καλύτερες μέρες, τα παιδιά είναι πρόσφυγες σε καταυλισμό στην Γάζα. Η αναπαράσταση που κάνουν, παίζοντας, δεν είναι κάτι φανταστικό. Είναι η αναπαράσταση μιας κηδείας. Γιατί αυτή είναι η καθημερινότητα τους· ο θάνατος. Και οι κηδείες που αυτός φέρνει. Η πραγματικότητα μιας γενοκτονίας. Μιας γενοκτονίας δίχως τέλος. Νεκροί και κηδείες σε καθημερινή βάση. Κηδείες παιδιών που παρακολουθούνται από παιδιά. Αυτή είναι η πραγματικότητά τους. Αυτό έχουν να αντιμετωπίσουν από την πρώτη μέρα της ζωής τους.
Η φαντασία όμως είναι ανίκητη. Διαπλάθει κάθε κακό, κάνοντάς το κατανοητό μέσα μας. Μια φυσική άμυνα, το δώρο των «ονειροπαρμένων». Τα παιδιά παίζουν «κηδεία». Και γελούν. Γελούν με τον θάνατο, τον περιγελούν παίζοντας. Γιατί έτσι ξορκίζουν το σκοτάδι, ασυνείδητα. Αυτοθεραπεύονται με τον πιο φυσικό τρόπο.
Ο κόσμος των μεγάλων τους χρωστά τα πάντα, μα δεν του γυρεύουν τίποτα.