Αγάπη κι Αναρχία

Αγάπη κι Αναρχία

%ce%b1%ce%b3%ce%ac%cf%80%ce%b7-%ce%ba%ce%b9-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%af%ce%b12Είναι πράγματι περίεργο πώς τρεις από τις πιο συχνές και καίριες λέξεις τής Ελληνικής σε μεγάλη χρήση από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, οι λέξεις αγαπώ/αγάπη, φιλώ/φίλος και έρωτας, παραμένουν άγνωστες ως προς την ετυμολογική τους προέλευση.
Το ρήμα ἀγαπῶ (από το οποίο παρήχθη το ουσιαστικό ἀγάπη, μόλις τον 3ο αιώνα π.Χ.), μολονότι απαντά ήδη στον Όμηρο (Οδ. Ψ 214 «οὕνεκά σ’ οὐ τὸ πρῶτον, ἐπεὶ εἶδον, ὧδ’ ἀγάπησα») και χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλη έκταση σε όλη την αρχαιότητα φθάνοντας μέχρι σήμερα (πβ. λ.χ. Πλάτωνος Πολιτεία 330c «ὥσπερ γὰρ οἱ ποιηταὶ τὰ αὑτῶν ποιήματα καὶ οἱ πατέρες τοὺς παῖδας ἀγαπῶσι»), δεν μάς είναι ακόμη γνωστή η ετυμολογική του προέλευση. Χαρακτηρίζεται στα ειδικά λεξικά ως «αγνώστου ετύμου». Μία ετυμολογική υπόθεση (τού 1991) που δέχεται τελευταία στο ετυμολογικό του Λεξικό τής Αρχαίας Ελληνικής ο Robert Beekes είναι: ἀγαπῶ < ἄγα(ν) «πολύ» + πᾶ- «προστατεύω» (από μια ρίζα *pa- «προστατεύω»), ήτοι από μια αρχική σημασία «προστατεύω πολύ»
ʼγνωστη –αξίζει να σημειωθεί– θεωρείται και η ετυμολογία τού συνώνυμου ρήματος φιλῶ (παράγωγο τού φίλος) που είναι η κατεξοχήν λέξη που σήμαινε «αγαπώ» στην αρχαία ήδη από τον Όμηρο ( πβ. Ιλ. Θ 343 «ὅς τις ἀνὴρ ἀγαθὸς…τὴν αὐτοῦ φιλέει [ενν. γυναῖκα] καὶ κήδεται ὡς καὶ ἐγὼ τὴν ἐκ θυμοῦ φίλεον») και που εξελίχθηκε στη σημερινή σημασία «ασπάζομαι, δίνω φιλί» (τη σημασία αυτή την είχε –παράλληλα προς τη σημασία τού «αγαπώ»– ήδη στα μετά τον Όμηρο χρόνια : «φιλούν στο στόμα» έναντι «φιλούν στα μάγουλα» παραδίδει ο Ηρόδοτος «φιλέονται τοῖσι στόμασι»– «τὰς παρειὰς φιλέονται»). Για τη λέξη υπάρχει μια ετυμολογική υπόθεση που τη συνδέει με μια ρίζα, που θα έδινε ως αρχική για τη λέξη φίλος, απ’ όπου προέρχεται το φιλῶ, τη σημασία «αυτὀς που βρίσκεται κοντά».
Και ο ἔρωτας (αρχ. ἔρως, ἔρωτος) που παράγεται από το πολύχρηστο στην αρχαία ρήμα ἔραμαι «ερωτεύομαι, αγαπώ με πάθος» (που έδωσε και τα ἐραστής, ἐράσμιος, ἀνέραστος, Ἐρατώ) μάς είναι ετυμολογικά επίσης άγνωστος. Τόσο που ο ετυμολόγος Beekes διερωτάται μήπως το ἔραμαι είναι προελληνική λέξη !

Γιώργος Μπαμπινιώτης, Ετυμοπερίεργα

 

Σα να μην υπήρξαμε ποτέ

κι όμως πονέσαμε απ’ τα βάθη.

Ούτε που μας δόθηκε μια εξήγηση

για το άρωμα των λουλουδιών τουλάχιστον.

Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει

χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα.

Και λέγαμε πως δεν έχει καιρό η αγάπη

να φανερωθεί ολόκληρη.

Μια μουσική

άξια των συγκινήσεων μας

δεν ακούσαμε.

Βρεθήκαμε σ’ ένα διάλειμμα του κόσμου

ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

Θα σωθούμε από μια γλυκύτητα

στεφανωμένη με αγκάθια.

Χαίρετε άνθη σιωπηλά

με των καλύκων την περισυλλογή

ο τρόμος εκλεπτύνεται στην καρδιά σας.

Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί

ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.

Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη

και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.

Ω θα γυρίσουμε στην ομορφιά

μια μέρα…

Με τη θυσία του γύρω φαινομένου

θα ανακαταλάβει, η ψυχή τη μοναξιά της

Νίκος Καρούζος, Διάλογος Πρώτος

 

Θελήσαμε να γράψουμε γι’ αυτό το φύλλο κάτι αυθεντικά θετικό, κάτι που να μην σχετίζεται με τα γνωστά-άγνωστα προβλήματα, που, ούτως ή άλλως, μας απασχολούν καθημερινώς και ποικιλοτρόπως. Κι αν επιθυμεί κανείς να δει με ειλικρίνεια όσα συμβαίνουν γύρω του, απ’ τη μια δυσκολεύεται. Απ’ την άλλη, αν κάτι ορίζει την αρχή και το τέλος του έτους, δεν είναι παρά μερικές γιορτές. Δε θα μιλήσουμε για τις θρησκείες και τους θεούς και τα δεινά τους. Αλλά γι’ αυτό που ευαγγελίζονται∙ την αγάπη.

Είναι χριστιανικό ζήτημα η αγάπη; Καταπιάνονται οι αναρχικοί με την αγάπη; Κι αν όχι, γιατί; Είναι η αγάπη δέσμευση ή φυλακή; Τι είναι και πώς βιώνεται; Ή πώς έχει επικρατήσει να βιώνεται; Είναι μια φανταστική κατάσταση ή πραγματική; Πόσο απελευθερωτική μπορεί να είναι;

Στην αρχαία ελληνική σύνταξη το συναίσθημα συνοδεύεται από αιτία. Για παράδειγμα, λυπάμαι ή θυμώνω ή χαίρομαι, επειδή συμβαίνει κάτι. Για την αγάπη όμως η αιτία θέτει όρους και προϋποθέσεις, τη μετατρέπει σε συμβόλαιο. Αν «σε αγαπάω, επειδή» κι αν «με αγαπάς, επειδή», τότε σημαίνει πως, όταν πάψει ότι συμπληρώνει την αιτιολογική πρόταση, θα πάψω να σε αγαπώ ή θα πάψεις να με αγαπάς. Άρα, τότε θα μπορούσαμε να αντικαταστήσουμε εύκολα τη φράση «σε αγαπάω» με το «μου κάνεις». Έτσι απλά.

Αν η αγάπη είναι απλώς μια θυσία, αποκομμένη από τα υπόλοιπα που την εμπεριέχουν, όπως η προτεσταντική ηθική καλλιέργησε, τότε μοιάζει με ένα βάσανο, με μαρτύριο για λίγους που αντέχουν, με μια διαδικασία που απαιτεί θύτες και θύματα. Το θύμα αυτοεκπληρώνεται με τη θυσία του. Κι ο θύτης, όπου δεν υπάρχει, αναζητείται.

Ο φίλος, ο αγαπητός δηλαδή, ο σύντροφός μας, είναι αυτός που αποδεχόμαστε για ό,τι είναι. Τον αποδεχόμαστε ολοκληρωτικά και αδιαπραγμάτευτα. Τον γνωρίζουμε κάθε μέρα, τον θέλουμε στη ζωή μας, όχι επειδή έχει πετύχει, είναι αρεστός και μας κάνει, αλλά επειδή με αυτόν μοιραζόμαστε τη ζωή μας, τον επιλέγουμε. Βαδίζουμε κοινή πορεία και μοιραζόμαστε. Έχουμε κοινές αρχές, εμπιστευόμαστε ο ένας τον άλλον, τον ακούμε και μας ακούει, ακόμη κι αν δεν είναι όλα πάντα αρεστά.

Η αγάπη κατά έναν τρόπο θα λέγαμε πως αποτελεί ένα είδος ταμπού για πολλούς αναρχικούς. Το μίσος απαντάται σαφώς συχνότερα στο λεξιλόγιό τους. Χαρακτηριστικά συχνότερα. Μισούν το «υπάρχον» και θέλουν να το καταστρέψουν. Η αλήθεια είναι ότι το μίσος διεγείρει την πολεμική και φτιάχνει καλύτερο «υλικό» για μάχες και πολέμους. Είναι ευκολότερο, όταν μισείς, να γίνεσαι βίαιος, άκριτα βίαιος, αυξάνοντας, κατακόρυφα μάλιστα, το ενδεχόμενο η βία αυτή να μην συμβάλει σε απολύτως τίποτα το απελευθερωτικό, αλλά το αντίθετο. Όταν αγαπάς, κάνεις και δεύτερες σκέψεις, αμφιβάλλεις αν κάνεις πράγματι το σωστό, αναρωτιέσαι τι μπορείς να κάνεις καλύτερο.

Το μίσος πολλαπλασιάζει την ικανότητα της καταστροφής και φαίνεται χρήσιμο. Η αγάπη, όμως, δημιουργεί, φτιάχνει, συνθέτει. Κι είναι δύσκολο να φτιάχνεις σε έναν κόσμο που προτιμάει να καταστρέφεται και να παίρνει μαζί του στην καταστροφή ό,τι βρει. Είναι εύκολο να καταπιανόμαστε με τα «είδη» του μίσους: ταξικό, ανατρεπτικό, προλεταριακό και δε συμμαζεύεται. Είναι δύσκολο, όμως, να μιλάς για την αγάπη, χωρίς να είσαι, επί παραδείγματι, χριστιανός. Είναι, όμως, σκοταδισμός, όσο κι αν φαίνεται εύκολη λύση στην αρχή, να παραχωρείς την αγάπη, έστω και σε επίπεδο διαλεκτικής, στους όποιους πιστούς και να κρατάς για σένα το μίσος, κι αυτό να είναι το μόνο ουσιαστικά άρτιο νήμα που σε δένει με τους συντρόφους σου, το κοινό σας μίσος.

Κι όταν φτάνεις σε μια ηλικία που θέλεις να δημιουργήσεις, δηλαδή να αγαπήσεις κάτι και να το υπερασπιστείς, τότε ντρέπεσαι να αγαπήσεις, επειδή την αγάπη, είπαμε, την παραχώρησες στους άλλους. Κι οι άλλοι, βέβαια, ως επί το πλείστον, συμβόλαια υπογράφουν, δεν αποδέχονται τους διαφορετικούς για ό,τι είναι κι ό,τι θέλουν να γίνουν. Η πλειοψηφία αρνείται καν να συνειδητοποιήσει ποια είναι και τι κάνει, τι είναι αυτό που προκαλούν οι πράξεις της. Πόσο μάλλον να αποδεχτεί εαυτόν κι αλλήλους.

Αν δούμε την αγάπη ως πλήρωση, ως εκπλήρωση του εαυτού μέσα στους άλλους και των άλλων στον εαυτό, ως δημιουργία και ανάγκη να υπερασπιστούμε ό,τι μας είναι οικείο, τότε μας αφορά ως αναρχικούς. Μπορούμε να φανταστούμε μια αναρχική κοινότητα με μόνο συνθετικό το μίσος και τον πόλεμο; Μας νοιάζει τόσο να αποδείξουμε πόσο φυσικός είναι ο πόλεμος, που ξεχάσαμε πόσο φυσική είναι κι η αγάπη, η συντροφικότητα, που φέρνουν ελευθερία κι αλληλεγγύη αυθόρμητα, όχι κατόπιν συμφωνίας.

Ό,τι αγαπάμε το υπερασπιζόμαστε, γι’ αυτό είναι καλό να προσέχουμε τι αγαπάμε. Ένα καλοβαλμένο σαρκίο; Μια καλοκουρδισμένη ζωή; Μια υποτιθέμενη ασφάλεια; Ένα προσποιητό κόσμο; Τον απόλυτο έλεγχο; Αυτά δεν μπορεί κανείς να τα αγαπήσει. Μπορεί να τα συνηθίσει, να εξαρτηθεί από αυτά, να τα φορτωθεί σε ένα πακέτο νόμων, που ψηφίστηκε, όσο κοιμόταν. Αλλά αγάπη δεν είναι. Ούτε δημιουργία. Ούτε κοινότητα. Ούτε αποδοχή, ούτε πληρότητα. Είναι συμβιβασμός, παραίτηση, η μέρα που αφέθηκες κι ενδίδεις.

Η αγάπη λένε ότι δεν έχει όρια. Κι όμως θα πρέπει να γνωρίζει τα όριά της, για να τα ξεπερνάει. Όπως η ελευθερία. Δεν είναι τυχαίο ότι  ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός θεωρεί τα όρια ως έλλειψη ελευθερίας, τη στιγμή μάλιστα που η ελευθερία, στην ουσία της, καταπατείται όσο ποτέ άλλοτε. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο παγκόσμιες ανθρωποσφαγές έβαλαν ταφόπλακα στους κανόνες του πολέμου. Οι πόλεμοι έγιναν πιο ανήθικοι παρά ποτέ. Και δεν είναι αναπάντεχο ότι κι οι ειρηνικές περίοδοι που τους ακολούθησαν ήταν κι αυτές δίχως όρια, κανόνες, ένα έστω απολειφάδι ανθρώπινου ήθους. Η ασυδοσία ταυτίστηκε με την ελευθερία.

Είναι δύσκολο να σπάει κανείς όρια και βεβαιότητες, οπότε η πλειοψηφία προτίμησε να τα αγνοήσει, σα να μην υπήρχαν. Είναι, ως φαίνεται, βολικότερο. Μόνο όταν βλέπεις κάτι –όχι απλώς ως ορών, αλλά ως εννοών- μόνο τότε αντιλαμβάνεσαι και ή το αποδέχεσαι ή το ξεπερνάς. Άρα, όταν εννοείς -συνειδητοποιείς με άλλα λόγια- μπορείς να είσαι ελεύθερος να επιλέξεις. Κι αυτή η ελευθερία είναι ατομική και συλλογική συγχρόνως. Είναι ευθύνη να δημιουργήσεις. Και δεν υπάρχει κάτι πιο ειλικρινές, για να σε δένει με τους άλλους και να σε κάνει να θέλεις να δημιουργήσεις από την αγάπη.

Ναι, υπάρχει κι αναρχική αγάπη. Όχι μόνο για μια γενικώς νοούμενη ελευθερία, όχι απλώς για μια ουτοπία. Αγάπη για τους ανθρώπους, για την επιλογή να ζούμε σε κοινότητα μαζί τους και να μοιραζόμαστε. Ας μιλήσουμε κι εμείς οι αναρχικοί κάποτε για αγάπη. Όχι επειδή κάποιοι μας χαρακτηρίζουν έτσι ή αλλιώς, αλλά επειδή στο όνομα της Αναρχίας, χωρίς η ίδια να τους το ζητήσει ποτέ, μια «πεφωτισμένη» χούφτα μωρών, οδηγεί τους αδαείς πάνω σε ένα λεπτό στρώμα πάγου, φτιαγμένου από μίσος για όλα.

Είναι περιττό πλέον να πει κανείς ότι η αγάπη δεν είναι κατανάλωση ούτε παραγωγή ούτε οικονομικές σχέσεις. Μπορεί να χωρέσει την προσφορά, το δώρο, την ανυστερόβουλη πράξη. Κι αυτό δεν είναι ντροπή. Ούτε χασούρα. Δεν εξηγούνται όλα με όρους παραγωγής και κατανάλωσης, ούτε μόνο βάσει συμφέροντος. Η αγάπη δεν είναι οικονομισμός. Αλλιώς, αυτό θα σήμαινε ότι πάψαμε να πιστεύουμε στον άνθρωπο. Αλλά αν πάψαμε να πιστεύουμε στον άνθρωπο, τότε για ποιο λόγο υπερασπιζόμαστε την Αναρχία; Αν είναι έτσι τα πράγματα, θα έβγαζε καλύτερα νόημα να επιδιώκουμε μια φωτισμένη δεσποτεία, που θα καθησυχάζει τους ανθρώπους και θα τους προστατεύει απ’ το να μην αλληλοσπαραχτούν.

Η αλήθεια είναι ότι είμαστε επαναλαμβανόμενοι ως ανθρωπότητα. Κυνηγάμε την ουρά μας και δε θα την φτάσουμε ποτέ. Δεν κάνουμε τίποτε διαφορετικό εδώ και αιώνες από το να κυνηγάμε την εξέλιξη μέσα από τα πράγματα που μας περιβάλλουν και δεν αναρωτιόμαστε, παρά μονάχα σε σπάνιες και μεμονωμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι είμαστε εμείς ο κόσμος κι ο κόσμος εμείς. Ότι μπορούμε πραγματικά να ξεπεράσουμε όσα όρια θέλουμε, αρκεί να τα γνωρίζουμε.

Κι η αγάπη σε αυτή την προσπάθεια μας θυμίζει τι σημαίνει να πατάς ξυπόλυτος στη γη. Δηλαδή μας δείχνει ότι η δύναμή μας δεν χρειάζεται να εξαργυρωθεί σε εξουσία οποιουδήποτε είδους. Ότι μπορεί να είναι μια ενέργεια που περνάει μέσα από εμάς και μας ενώνει αντί να μας χωρίζει, ενώ ταυτόχρονα μας κάνει διακριτούς κι όχι μια μάζα. Είναι το συνδετικό υλικό μας με έναν κόσμο δημιουργίας και ελευθερίας, συνειδητοποίησης κι επιλογής, ειλικρινούς προσφοράς και μοιράσματος.

Αυτή η αγάπη, όμως, είναι αληθινά απελευθερωτική, φέρνει τα πάνω κάτω σε όσα ξέραμε∙ δε σε βολεύει στη βεβαιότητα να είσαι κάποιος. Σου ζητάει να ολοκληρωθείς ως άνθρωπος, να συνειδητοποιηθείς ως ύπαρξη. Είναι απλή και δύσκολη, ανατρεπτική και μη αναμενόμενη.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική Δράση

 Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Διαδρομή Ελευθερίας» τον Ιανουάριο του 2016

 

 

Comments are closed.