«Ήταν η εποχή που είχαμε άφθονο ροκ εντ ρολλ, ελάχιστο σεξ και καθόλου ναρκωτικά. Παρόλα αυτά δε νομίζω ότι τα πήγαμε και τόσο άσχημα»

«Ήταν η εποχή που είχαμε άφθονο ροκ εντ ρολλ, ελάχιστο σεξ και καθόλου ναρκωτικά. Παρόλα αυτά δε νομίζω ότι τα πήγαμε και τόσο άσχημα»

Η φιλία είναι γι’ αυτούς θεμέλιος λίθος – «πρώτα οι φίλοι μετά τίποτα». Χορεύουν ροκ εντ ρολλ, ερωτεύονται, εκστασιάζονται με την Λάουρα στο σινεμά, ζουν αυθεντικά και μ’ ένταση τις στιγμές, αποστηθίζουν για πάρτη τους «τα τρία Κ» – Καρυωτάκης, Καβάφης, Καββαδίας. Η πολιτική τούς ανακατεύει το στομάχι – η κάθε πολιτική. Σιχαίνονται τους -ισμούς -αριστερούς και δεξιούς- μέχρι αηδίας. Δεν κάνουν κέφι τα ναρκωτικά κι όποιος τολμάει να τους πασάρει, τον κάνουν «ίσα μ’ ένα άλογο απ’ το ξύλο» – φτιάχνονται το πολύ «με κανένα βερμουτάκι».

Και κατηφορίζουν απ’ το Green Park με το μάτι να γυαλίζει, ανακατεύονται με τους αγωνιζόμενους για το Κυπριακό και συγκρούονται άγρια με την αστυνομία  – σε αντίθεση με τα «πρόβατα» της κομματικής «στάνης», που κάνουν την βολτούλα τους και «διαλύονται ησύχως». Δεν δίνουν δεκάρα για το αν «η Κύπρος είναι ελληνική», οι ιδεολογίες δεν τους χωράνε, δεν τους αγγίζουν. Πυργώνουν ανάστημα και περιγελούν τον νοσηρό καθωσπρεπισμό, την κίβδηλη «ταυτότητα» του «Ελλάς-Ελλήνων-χριστιανών», μα και την απύθμενη υποκρισία της ρουβλιοβίωτης Αριστεράς.

Είναι εκείνο το ολιγάριθμο μ’ ανυπότακτο επί μέρους της νεολαίας του ’50, που λοιδορήθηκε και φιμώθηκε από τους νικητές της Ιστορίας.

Κι όμως, κάποιος τους ξέφυγε.

Έστησε, μ’ ελάχιστους, το προσωπικό του δημιουργικό Λάθε Βιώσας και μέσα από το πνευματικό έργο του -τις ταινίες και τα βιβλία του- αφηγήθηκε ιστορίες που περιφρονούν την Ιστορία. Έδωσε φωνή στους ανυπότακτους του ’50.

Ήταν ένας απ’ τους – δεν λησμόνησε ούτε στιγμή. Και το αποτύπωμα αυτών των βιωμάτων τον συντρόφευσε μέχρι το τέλος.

Ο Νίκος Νικολαΐδης δεν ήταν αρεστός σε κανένα κόμμα. Γιατί το έργο του ζωγράφιζε με λέξεις και κινούμενες εικόνες  έναν κόσμο που δεν χωρούνε κόμματα, πολιτική και Κράτος. Έναν κόσμο όπου οι ανθρώπινες σχέσεις, η φιλία, ο έρωτας, η ελεύθερη επιλογή στα πάντα είναι βίωμα – ακόμη κι αν όσοι το βιώσουν το πληρώνουν συχνά με την ζωή τους.

Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα από το Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα (σελ. 425-427), του Νίκου Νικολαΐδη.

Μαζευτήκαμε κατά τις έντεκα και μοιράσαμε τις πατάτες με τα ξυράφια – κατέβηκε κι ο Βιθέντε από την Φιλοθέη ο Τάκης όπως πάντα μαράθηκε βαρέθηκε και την άραξε σπίτι του είχανε παντού μπλόκα και χαφιέδες δύσκολα περνούσες και στις γωνίες γκρίζες αύρες και η ταγγή μυρωδιά του δακρυγόνου. Κατεβήκαμε προς Σύνταγμα μόνο που πήγαινε μπροστά ο Όλιβερ κ’ έκοβε κίνηση στα σταυροδρόμια κ’ έκανε σήμα να περάσουμε ή να την κάνουμε από παράλληλο – πίσω μας πάλι έκοβαν κίνηση ο Καλογήρου με τον Μίλτο μη μας την παίξουνε και μας κυκλώσουνε οι μπάτσοι – αν μας διαλύανε τότε βρισκόμαστε Λέκκα στο σπίτι του Όλιβερ.

Στη Βουκουρεστίου άρχιζε ο φραμπαλάς και πέσαν γύρω μας να τρέχουνε μες τον πανικό πιτσιρικάδες μπουχιασμένοι απ’ τα αέρια και κάτι γκομενάκια ξέμπαρκα λούτσα απ’ τις πυροσβεστικές κυνηγημένα προς τα πάνω για Λυκαβηττό – καθάριζαν το κέντρο οι πούστηδες οι μπάτσοι. Κάναμε σφήνα για να βγούμε Σύνταγμα μπρος στήθηκε ο Μάνος και στα πίσω μας ο Μπογκομόλετς βγάλαμε ξυραφάκια με πατάτες μέσα απ’ τα μπουφάν κι ορμήσαμε σφήνα ουρλιάζοντας σαν καννίβαλοι κάτω την κατηφόρα της Βουκουρεστίου να ‘ταν κ’ η Τάνια εδώ να μας κόβει απ’ το παράθυρο της και πέσαμε πάνω σ’ ένα μπλόκο από δέκα μαύρους και τους σκορπίσαμε σαν τα σκατά – Σπόρε πίσω μου φώναξε ο Μάνος και πέσαμε στην Πανεπιστημίου με δυο μπλόκα απέναντι. Μας είχε πάρει τώρα η κατηφόρα και το μίσος μάγκες πιάστε τα γεφύρια μπάτσοι κλάστε μας τ’ αρχίδια πέσαμε όμως σε κάτι ζόρικους που σκόρπισαν για μια στιγμή από την σφήνα όμως αρπάξανε πίσω μας τον Μπογκομόλετς και τον Κωνσταντά – ο Βιθέντε έμεινε κοντά τους ουρλιάζοντας βοήθεια!…ο Μάνος έκανε πλάι απότομα οι άλλοι μας βεντάλια φύγαμε πάλι πίσω και κυκλώσαμε τους μπάτσους που ‘χαν ξαπλώσει κάτω τον Μπογκομόλετς και τον κλωτσάγανε κ’ ήταν και κάτι γουρούνια του κερατά μα μέσα στην τσαντίλα τους τις ρίχνανε όλες ξώφαλτσες μέχρι που ο Γλίτσης έμπηξε τον σουγιά του στο πόδι του πιο κοντινού κ’ έπεσε ο μαλάκας κάτω – μανούλα μου με φάγανε φώναξε κ’ είδαν τα αίματα οι άλλοι και μας παρατήσανε να τόνε σώσουν και πήραμε δρόμο κατά κάτω για το άλλο μπλόκο το Παλλάς έπαιζε Γίγαντα με τον Τζέημς Ντην – πατάτες ούρλιαξε ο Μίλτος και τους πλακώσαμε από μακριά φάγαν καμμιά τριανταριά δώσε κ’ εμένα ρε μαλάκα φώναξε ο Βιθέντε που ήταν ορφανός από πατάτες και σκόρπισαν οι μαύροι πριν τσουγκρίσουμε επάνω τους. Τους αφήσαμε πίσω μας να ψάχνονται και στρίψαμε προς Καραγιώργη Σερβίας και δρόμο για Βουλής αριστερά και λίγο πριν βγούμε για Ερμού πέσαμε πάνω σε τρεις μπάτσους χαμούρηδες που τρέχαν κατά πάνω μας – πίσω στην στοά φώναξε ο Γιαννάκης που ερχόταν τελευταίος και γυρίσαμε για την στοά στην Καραγιώργη μόνο που οι μπάτσοι σε λίγο κάνανε κάτι κουφά τρέχανε δίπλα μας παρεΐτσα και κοίταζαν συνέχεια πίσω τους χεσμένοι και τότε φάνηκαν στην στροφή καμιά κατοσταριά με κόκκινες σημαίες κ’ ελαφρό τροχάδην να ‘ρχονται προς το μέρος μας – σβουρίξαμε μέσα στην σκοτεινή στοά παρέα με τους μπάτσους λουφάξαμε στο βάθος μέχρι να στρίψει η μάζα προς το σύνταγμα και να πλακώσει τα τραγούδια.

            Άκουσα έναν θόρυβο και είδα τον Πωλ με τον Χαστούκη κρεμασμένους σαν μαϊμούδες να σέρνουν κατά κάτω με το βάρος τους το δικτυωτό ρολλό της στοάς οι μπάτσοι κάνανε να τρυπώσουν ανάμεσά μας να ξεφύγουνε μα τους στριμώξαμε δέκα εμείς τρεις αυτοί πλακώσανε τα κλαψομούνικα – γιατί ρε παιδιά Έλληνες είμαστε κ’ εμείς εντολές εκτελούμε ο Όλιβερ βγήκε μπροστά με ροκ σαλταρισμένα βηματάκια κι ανάποδα το μάτι σκέτο ασπράδι κ’ είπε σ’ έναν μπάτσο πως θέλει να του κόψει το αυτί με το ξυράφι κ’ ύστερα να πέσει ο καριόλης χάμω να ψάχνει να το βρει να του το ράψουνε είχε βουρλιάσει κανονικά ο δικός μας και το μάζεψε ο Μάνος. Στην γωνία ο Γλίτσης είχε βρει μια βρύση και ξέπλενε τα χέρια του από τα αίματα ο Βιθέντε πλησίασε έναν μπάτσο και τον έφτυσε στην μάπα έπεσε το σύνθημα και τους πλακώσαμε στις μυξάτες ρέχες τράβηξα κι εγώ ένα τάλληρο  το ‘φτυσα μπήκε στην μέση ο Μάνος και τ’ άρπαξε στο μανίκι – τι κάνεις εκεί ρε Σπόρε;- φτύνω ρε μαλάκα και συ κουνιέσαι – καλά σκούπισέ τα τώρα. Τους ρίξαμε και κάτι γρήγορα πατ-κιουτ και τους αφήσαμε να μαζεύουν τα καπέλλα τους σηκώσαμε το δίχτυ της στοάς ορμήσαμε έξω στην κωλοπηλάλα και στην γωνία μας σταμάτησε ο Μάνος – μάγκες δεν τρέχει τίποτα κουλάρετε – κ’ είπε μετά ο Μπογκομόλετς πάμε μετά απέναντι στον Λουμποτέση για τυρόπιτες.

 

 

εισαγωγή-αντιγραφή

Ιθαγενής στην ψηφιακή ζούγκλα

Comments are closed.