«Με τον κομπιούτορα τι να πεις… Σ’ έχει και χεσμένο…»

«Με τον κομπιούτορα τι να πεις… Σ’ έχει και χεσμένο…»

Ο Νίκος Νικολαΐδης διέθετε εκείνη την διεισδυτική ματιά στον τόπο και στον χρόνο, ώστε να μπορεί να ξεπερνά τα περιοριστικά τους όρια και να βλέπει παραπέρα. Ένα σημαντικό μέρος του έργου του, σε σελιλόιντ και χαρτί, είναι μια προσωπική περιγραφή αυτού που είδε καθαρά να έρχεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, μέσα από τα σκοτάδια που γεννά η άμετρη, υβριστική, ανεξέλεγκτη «πρόοδος» της μηχανής εις βάρος της ανθρωπότητας. Περιέγραψε την δυστοπία που μελλόταν -και τώρα είναι γεγονός- ατόφια, γυμνή, φαντασμαγαρικά επικίνδυνη. Και κάθε άλλο παρά «τεχνοφοβικός» υπήρξε· αντιθέτως, επιζητούσε την τεχνολογική καινοτομία, όπου έκρινε ότι προσφέρει χωρίς ν’ απανθρωπίζει. 

Βέβαια, σήμερα, ένα απόσπασμα όπως το παρακάτω -από το «Ο χαμένος τα παίρνει όλα»- θα ήταν αρκετό για να χαρακτηριστεί ο ίδιος ακόμη και «ψεκασμένος». Όμως, ως δημιουργός που δέχτηκε αδιανόητη λάσπη -εν είδη «κριτικής»-, αδιαφορώντας επιδεικτικά προς τους επικριτές του, δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία πως το ίδιο ακριβώς θα έκανε και σήμερα. 

Ένα τέταρτο του αιώνα πριν, λοιπόν, ο Νίκος Νικολαΐδης είδε αυτό που ερχόταν, αυτό που ήδη έχει φτάσει σε μας, αλλά και το απόλυτα σκοτεινό κομμάτι του που οι τεχνικοί της εξουσίας μάς ετοιμάζουν.

 

ΑΝΤΡΑΣ: Σου είπα την ιστορία με το ρολόι;

Ο Μικρός γνέφει αρνητικά. Ο Άντρας ανακάθεται μ’ έναν μορφασμό πόνου κι αρχίζει να λέει την ιστορία. Ο Μικρός όση ώρα τον ακούει, παίζει ένα σιγανό κομμάτι στην κιθάρα του.

ΑΝΤΡΑΣ: Που λες, στις μεγάλες επιχειρήσεις του εξωτερικού έχουν βρει έναν τρόπο για να ελέγχουν τους υπαλλήλους τους, για να μην κάνουν λούφα την ώρα της εργασίας, ξέρεις. Εντάξει; Τους έχουν δώσει ένα ρολόι που είναι μαζί και πομπός… κανονικό με λουράκι και έτσι, σαν το δικό μου. Την αράζει λοιπόν ο διευθυντής στο γραφείο του… Σ’ ενδιαφέρουν αυτά που λέω; (Ο Μικρός κουνάει ευγενικά το κεφάλι του).

ΑΝΤΡΑΣ: Ωραία. Την αράζει λοιπόν ο διευθυντής στο γραφείο του, μπροστά σ’ ένα μεγάλο πίνακα που δέχεται τα σήματα του κάθε ρολογιού και βλέπει ας πούμε τον μάγκα με το νούμερα ένα ρολόι να την έχει αράξει στην καφετέρια της επιχείρησης. Μετά, το νούμερο 2 ρολόι να φλερτάρει με την γκόμενα-ρολόι νούμερο 3. Το νούμερο 4 να την έχει αράξει στην τουαλέτα και τα νούμερα 5 και 6 να χαβαλεδιάζουνε σε άλλα γραφεία. Ο κομπιούτορας του τύπου τα καταγράφει όλα αυτά και στο τέλος της εβδομάδας τούς φωνάζει, κάνει την σούμα και τους πετσοκόβει τα μεροκάματα κι έτσι από την άλλη εβδομάδα όλοι οι υπάλληλοι κατουράνε και πίνουνε καφέ τρέχοντας σαν αλογάκια. Γάμησέ τα. Τι σου λέει αυτό; (Ανάβει. Βήχει).

ΜΙΚΡΟΣ: Ξέρω ‘γω, Ας πρόσεχαν…

ΑΝΤΡΑΣ: Σωστά… ας πρόσεχαν…

ΜΙΚΡΟΣ: (σιγοτραγουδάει και μετά…) Θέλεις ν’ ακούσεις και την συνέχεια…

ΑΝΤΡΑΣ: (τον κοιτάζει με υποψία) Έχει και συνέχεια;

ΜΙΚΡΟΣ: (γνέφει) Κάποιοι που μυρίστηκαν το κόλπο, άφηναν τα ρολόγια στο γραφείο τους και πήγαιναν όπου ήθελαν κι ο πίνακας επάνω έδειχνε πως δούλευαν κανονικά. Αλλά τους ανακάλυψαν και αποφάσισαν να τους κάνουν εγχείρηση και να τους φυτέψουν έναν μικρό πομπό, εκεί που βάζουν το ρολόι, για να ξέρουν πού βρίσκονται στ’ αλήθεια…

ΑΝΤΡΑΣ: Κι αυτοί το δέχτηκαν…

ΜΙΚΡΟΣ: Όχι, ακόμα.

ΑΝΤΡΑΣ: Αλλά στο τέλος θα το δεχτούνε… οι παλιοκουφάλες. Ο μικρός κουνάει το κεφάλι του χαμογελάει. Του δίνει το τσιγάρο.

ΑΝΤΡΑΣ: Κι αφού την ήξερες την ιστορία γιατί μ’ άφησες να στην πω.

ΜΙΚΡΟΣ: Αφού ήθελες να της πεις…

Ο χαμένος τα παίρνει όλα, Νίκος Νικολαΐδης, εκδόσεις Αιγόκερως, σελ. 39-40

Comments are closed.