Μα γιατί κανείς δεν αντιδρά;
Αυτή είναι μια διάχυτη απορία που μετρά πλέον αρκετά χρόνια. Και, δίχως υπερβολή, όλοι εστιάζουν στην απάθεια και στον ατομικισμό που μας απομονώνει και μας κάνει να νιώθουμε αποκομμένοι από οποιαδήποτε ομάδα. Όλα μοιάζουν εφήμερα και ανούσια, η ταχύτητα, η εμπορευματοποίηση του ίδιου του εαυτού μας· μας μένει διαρκώς μια προσπάθεια να φτάσουμε κάπου, χωρίς να καταφέρνουμε να φτάσουμε πουθενά. Πράγματι, όλα αυτά είναι το καθένα ξεχωριστά κι όλα μαζί αιτίες που μας καθιστούν απαθείς μπροστά στο τσουνάμι υποβάθμισης της ζωής μας: όξυνση της μισθωτής σκλαβιάς, πανοπτικός κι ασφυκτικός έλεγχος, απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης για τους πολλούς, είτε πρόκειται για ανθρώπινα είτε για μη ανθρώπινα πρόσωπα.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που όλοι το βιώνουμε, μα ελάχιστοι το συνειδητοποιούν: ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τη ζωή. Δεν είναι μόνο τι συμβαίνει στις ζωές μας, αλλά το τι περιμένουμε να συμβεί. Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν στα Ρετροτοπία του, περιγράφει μια συνθήκη πολύ σημαντική που οδηγεί ή όχι σε κοινωνική αντίδραση: διαχωρίζει κατ’ αρχάς την αντικειμενική στέρηση, τις αντικειμενικές συνθήκες άσχημης διαβίωσης και την υποκειμενική αίσθηση της στέρησης, δηλαδή αυτό που πιστεύουμε ότι στερούμαστε. Αναφέρει λοιπόν:
[Οι μελετητές] διέφεραν στον ορισμό και στην αξιολόγηση του φαινομένου [της στέρησης], αλλά όλες συντέλεσαν αξιοσημείωτα στην άποψη που έχει τώρα εδραιωθεί στην κοινωνιολογική πρακτική, ότι τα συναισθήματα στέρησης είναι σχετικά, καθώς προέρχονται από μία σύγκριση με κοινωνικές νόρμες που δεν είναι ούτε απόλυτες ούτε οικουμενικές, αφού διαφέρουν από εποχή σε εποχή και από τόπο σε τόπο. Αυτό που καθορίζει τη δυσαρέσκεια και τη διαφωνία των ανθρώπων οι οποίοι υποφέρουν δεν είναι ο απόλυτος, «αντικειμενικός» όγκος και η ταχύτητα των κακουχιών που υπέφεραν, αλλά είναι η διαφορά του όγκου ή της έντασης των κακουχιών τις οποίες έχουν υποχρεωθεί να ανέχονται από το πρότυπο της κατανομής ανάμεσα σε διαφορετικούς τομείς της κοινωνίας· το πρότυπο που σιωπηρά γίνεται αποδεκτό ως «κανονικό» και συνεπώς θεμιτό.
Και λίγο πιο κάτω εξηγεί:
[…]αυτό που ωθεί σε εξέγερση τα θύματα δεν είναι ο αφηρημένος γνώμονας δικαιοσύνης (και έτσι ένας εξ ίσου αφηρημένος ορισμός της αδικίας που δημιούργησαν οι φιλόσοφοι) – αλλά είναι η σύγκριση με ανθρώπους γύρω τους: σύγχρονούς τους «σε πραγματικό χρόνο», ορατούς και απτούς, γνώριμους ή για τους οποίους έχουν ακουστά: εκείνους που παρέχουν σε έναν άνθρωπο τον Lebenswelt [κόσμο της ζωής] του.
Με άλλα λόγια, αυτό που ο Μπάουμαν διαφωτίζει είναι αυτό που έχουμε ακριβώς μπροστά μας. Η εξαθλίωση αφ’ αυτής της δεν μας κάνει να εξεγερθούμε· χρειάζεται να πιστεύουμε πραγματικά ότι υπάρχουν δυνατότητες βελτίωσης της ζωής μας· είναι απαραίτητο να έχουμε προσδοκίες ότι κάτι (τουλάχιστον) μπορεί να αλλάξει· ότι μπορούμε να το καταφέρουμε, ότι αξίζουμε και δικαιούμαστε παραπάνω.
Με μια προσεκτική ματιά, μπορούμε να παρατηρήσουμε πως αυτό που τροφοδοτεί τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες -και ιδιαίτερα την ελλαδική- είναι μια διαρκής απογοήτευση: έλλειψη πίστης σε οτιδήποτε καλύτερο. Κι ακόμη χειρότερα· καχυποψία απέναντι στην προοπτική για οτιδήποτε καλύτερο. Επιπλέον, χαμηλή αυτοεικόνα και διαρκής ευτελισμός οποιασδήποτε αξίας ή καλής συνήθειας. Ας θυμηθούμε ότι στην αρχή της λεγόμενης «κρίσης» -που πλέον αφορά το μεγαλύτερο μέρος της αυτοαποκαλούμενης Δύσης-, οι εξουσιαζόμενοι του ελλαδικού χώρου θεωρούνταν τεμπέληδες, άχρηστοι, πρόβλημα για την Ευρώπη. Ένα ανεπιθύμητο, ντροπιαστικό φορτίο. Αυτή η εικόνα μετατράπηκε γρήγορα σε αυτοεικόνα.
Μια κοινωνία που καθρεφτίζεται και βλέπει μόνο μια άθλια εικόνα του εαυτού της, ουσιαστικά αυτοκαταστέλει την δυνατότητά της να αντισταθεί και να εξεγερθεί. Έτσι, αδυνατεί να σταθεί πραγματικά στα πόδια της, επειδή στην ουσία της πιστεύει ότι όσα βιώνει της αξίζουν. Και μάλιστα, με τον κατακερματισμό που αναφέρθηκε στην αρχή, ενισχύεται η αλληλοκατηγορία. Ο ένας ντρέπεται για τον άλλο· είναι καχύποπτος και μονίμως αμφιβάλλει· διαρκώς ανταγωνίζεται τον εαυτό του και τον διπλανό του.
Όσο υπάρχει η αίσθηση απελπισίας, έλλειψης προσδοκιών, κλεισίματος απέναντι στο μέλλον, ως αναντίρρητα δεδομένα, κάθε πιθανότητα αντίστασης θα απομακρύνεται. Το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι μια κίβδηλη «βεβαιότητα» πως η ζωή κατρακυλά όλο και ταχύτερα και χάνουμε κάθε αίσθηση συνέχειας, ισορροπίας, φυσικής αρμονίας, μιας ανθρώπινης ζωής εν τέλει, στην οποία θα μπορούμε να κοιταζόμαστε στα μάτια χωρίς αποβλάκωση και φόβο.
Κι όμως, η εικόνα αυτή είναι ένας εξουσιαστικός παραμορφωτικός καθρέπτης, μια φενάκη της πραγματικότητας, του ποιοι πραγματικά είμαστε και τι μπορούμε να καταφέρουμε. Κόντρα στην εξουσιαστική απάτη -που παράγει κοινωνική αυταπάτη-, ας αναζητήσουμε μια ζωή ελεύθερη, όπου θ’ απολαμβάνουμε τον αέρα που αναπνέουμε.
Αλκυόνες