Mέρες κρασιού και Τριαντάφυλλων

Mέρες κρασιού και Τριαντάφυλλων

Ακούσαμε πρώτα τον καλπασμό τους στις σκάλες, μετά ακροβολίστηκαν στο μαγαζί αμίλητοι.[1]

«Σηκωθείτε όλοι όρθιοι ρε πούστηδες!» φώναξε ο επικεφαλής τους.

Σηκωθήκαμε. Αυτοί άρχισαν να περνάνε ανάμεσα μας, καθυστερούσαν κιόλας όταν βρίσκονταν από πίσω μας, για να μας σπάσουν τον τσαμπουκά. Άδικος κόπος –ήταν η πρώτη φορά που είχα τόσο στενή επαφή με Ζητάδες κι ανακάλυπτα ότι έφερναν όλοι τους σε δίφυλλες ντουλάπες. Ο κοντότερος -ένα κεφάλι πάνω από μένα. Η Φανή κόντευε να μου στραμπουλίξει το χέρι –καλό ήταν αυτό γιατί με βοηθούσε να κρατηθώ από κάπου.

Οι Ζητάδες ξεδιάλεξαν δυο παιδιά και τα πλάκωσαν στις σφαλιάρες επιτόπου. Περιμέναμε εκεί ακίνητοι, παρακολουθούσαμε. Κάποιος, πιο τολμηρός βγήκε από τη γραμμή του.

«Τι ακριβώς συμβαίνει, δε μας λέτε κι εμάς;» ρώτησε.

Οι Ζητάδες τον κοίταξαν, συνεννοήθηκαν με τα μάτια και τον πλάκωσαν κι αυτόν στις γρήγορες. Όταν βαρέθηκαν να κοπανάνε, τους πήραν σέρνοντας και τους τρεις. Κοιτάζαμε και παρακαλούσαμε να τελειώσει αυτό το πράγμα.

«Ταυτότητες», φώναξε κάποιος από αυτούς που είχανε μείνει πίσω.

Kάπως πρέπει να βγούμε ζωντανοί από όλα αυτά, δεν νομίζετε; Κάπως πρέπει να αδειάσουμε τη μνήμη από τα σκουπίδια που μας φόρτωσαν και να δώσουμε χώρο στη ζωή. Στη ζωή που είναι τα δικά μας αδιέξοδα, ως προσωπική, ιδιόκτητη κόλαση. Από την οποία κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει, γιατί εν τέλει κανείς δεν μπορεί να δραπετεύσει από τον εαυτό του. Ακόμη κι αν αποδράσει προσωρινά, αυτός «θα έρθει να τον συναντήσει από το απέναντι πεζοδρόμιο». Όσο αναβάλλεται η συνάντηση, τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η έκρηξη. Οπότε περιμένουμε. Ταμπουρωμένοι σε ένα σπίτι, δοσμένοι σε μια συντροφιά ως το τέλος, εφορμώντας στις κλειστές στροφές με όλη την ταχύτητα.

Το σπίτι είμαστε εμείς. Είναι όλα όσα μας ενώνουν με τους ελάχιστους. Κανείς δεν μπαίνει ακάλεστος. Κι αν τολμήσει, θα πληρώσει το τίμημα. Γιατί το σπίτι είναι χτισμένο από την κουρελιασμένη μας τρυφερότητα. Από ονειρεμένους εφιάλτες κι εφιαλτικά όνειρα. Από μια πραγματικότητα –γυαλόχαρτο νούμερο 40–, «εκφυλισμένη» σε σιωπηλό παραμύθι. Κάπως πρέπει να ξοδευτούμε. Κάπως πρέπει να διασχίσουμε τον χώρο και τον χρόνο ιδιότροπα και ιδιόρρυθμα. Να αφήσουμε το δικό μας σημάδι. Όχι για κάποιον εγωισμό ή, χειρότερα, για να νιώσουμε σπουδαίοι. Αλλά γιατί θέλουμε να μοιραστούμε ένα κομμάτι μας. Κάτι σαν ανώνυμο σπλάχνο, σαν απασφαλισμένη χειροβομβίδα.

Η έκρηξη είναι δεδομένη. Μας κομματιάζει λυτρωτικά. Αυτό θέλαμε, αυτό ψάχναμε. Μέσα μας και γύρω μας. Τώρα μπορούμε «να την κάνουμε» ήσυχοι. Έχουμε μάθει να μοιραζόμαστε. «Μοιράσου με κάποιον ένα πορτοκάλι και θα βρεθείς με το μισό. Μοιράσου με κάποιον την απελπισία και θα βρεθείς με τη διπλάσια». Ας πάμε όμως στις Mέρες κρασιού και τριαντάφυλλων.

Το μυθιστόρημα διατρέχει πολλά και σημαντικά γεγονότα σε ένα διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα σε δυο κηδείες˙ του Ν. Άσιμου και του Παύλου Σιδηρόπουλου. Η αφήγηση λοιπόν ξεκινά με την 17η Μάρτη 1988 και καταλήγει στην 6η Δεκέμβρη 1990. Δηλαδή, κάτι περισσότερο από δυόμιση χρόνια. Ανάμεσα στα δύο αυτά χωροχρονικά σημεία, ασθμαίνουν φαντασμαγορικά συναυλίες, συγκρούσεις με την αστυνομία, καταλήψεις, εσωτερικές διαδρομές, ονειρικά αδιέξοδα, σε μια πραγματικότητα που δεν υπάρχει πια.

Κι όμως, πεισματικά, ζωντανεύει πάλι για μια τελευταία παράσταση. Μια τελευταία παράσταση 436 σελίδων. Μια πορεία ανάμεσα σε έρωτες, φιλίες, συντροφιές, αδιέξοδα, άπειρο γέλιο και μπόλικο θάνατο, ό,τι ακριβώς χρειαζόμαστε, για να ζήσουμε και να πεθάνουμε με λίγη αξιοπρέπεια. Μια ζωή όπως ήταν πριν σκύψουμε όλοι μας στις οθόνες.

Η ανάπτυξη των χαρακτήρων, αλλά και της ίδιας της εποχής, δεν εμπεριέχει ίχνος εξιδανίκευσης, νοσταλγίας ή άλλων παραμορφωτικών φακών. Ό,τι υπάρχει μέσα το νιώθεις τόσο αληθινό, που, σημείο το σημείο, μεταφέρεσαι «εκεί», μοιράζεσαι τα πάντα που γεννιούνται και πεθαίνουν μέσα από τις λέξεις. Οι αντί-ήρωες δεν είναι «χάρτινοι», δεν είναι καν λογοτεχνικοί. Τους νιώθεις, τους αγγίζεις, τους βλέπεις, τους ακούς. Κάποιες στιγμές, αυτό γίνεται σχεδόν αμοιβαίο. Τρομάζεις, αλλά γυρνάς σελίδα. Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς.

Μαζεύω τα πράγματά μου σε ένα ξεφτιλισμένο σακ βουαγιάζ, χρώματος μπεζ. Τελευταία στιγμή μπανίζω τον «Λύκο της Στέπας» που έχει σφηνωθεί δίπλα στο στρώμα του σιδερένιου κρεβατιού. Μου το έφερε η μάνα μου από το σπίτι –σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να το ξεχάσω εδώ πέρα και φρικάρω. Ευτυχώς δηλαδή που ο Χάρυ Χάλερ είναι κάπως θορυβώδης παλιόγερος –φωλιασμένος στον λόφο με την καραμπίνα παραμάσχαλα, πώς να αγνοήσεις έναν άντρα με καραμπίνα; Μαζεύω βιαστικά το βιβλίο –ξέρεις κάτι; Αν καίγονταν όλα τα βιβλία του κόσμου θα ήταν τρομερό φίλε μου. Ανυπόφορο. Αλλά θα μπορούσα να το αντέξω αν έσωζα τον «Λύκο της Στέπας», τον «Ξένο», τον «Φύλακα της Σίκαλης», το «Πλέιμπακ», τον «Τρυποκάρυδο» και τον «Οργισμένο Βαλκάνιο». Αν είχα στην παρέα μου τον Χάρυ Χέλερ, τον Μερσώ, τον παλιόφιλο Χόλντεν Κόλφιλντ, τον μυθικό Φίλιπ Μάρλοου, τον αληταρά Μπέρναρντ Μίκυ Ρανγκλ και φυσικά τον μονίμως τσιταρισμένο Φάνη δεν θα κώλωνα μπροστά σε τίποτα. Έτσι πάει –δώσμου αυτά τα παλικάρια και θα σου γαμήσω τον κόσμο όλο. Άνετα φίλε μου!

Έχουμε λοιπόν ένα βιβλίο που ο συγγραφέας του δεν το θεωρεί βιβλίο – ίσως μάλιστα να θυμώσει λίγο που το αποκαλούμε έτσι. Ίσως πάλι να ενοχληθεί επί πλέον που τον χαρακτηρίζουμε συγγραφέα. Ας είναι. Συνήθως, η ποιότητα ενός πνευματικού έργου είναι αντιστρόφως ανάλογη με την εικόνα που έχει ο δημιουργός του για αυτό. Είναι κι αυτό μια κάποια διαστροφή της δημιουργίας – σωστά;

Άκουγα τα παιδιά να τραγουδάνε όσο οι συγγενείς κατέβαζαν το φέρετρο στο λάκκο, ήταν πολλά παιδιά εκείνο το μεσημέρι στο νεκροταφείο του Κόκκινου Μύλου –είχαν πάει να δουν τον Παυλάκη. Επειδή μεγάλη ντίβα ο Παυλάκης, μια ζωή, γούσταρε κόσμο, θεατές, χειροκρότημα –και τα παιδιά το ξέρανε. Ήρθανε λοιπόν, τραγούδησαν, φώναξαν, χειροκρότησαν. Κάποιοι ανάμεσά τους έριξαν ξεγυρισμένες κλωτσιές στα διπλανά μνήματα, βρίσανε τον παπά και τσαμπουκαλεύτηκαν με τους νεκροθάφτες –γιατί τα παιδιά δεν μπορούν εύκολα να δεχτούν το θάνατο. Εγώ είχα πάει από πιο νωρίς, διάλεξα ένα πόστο καλό στο μαντρότοιχο του νεκροταφείου, από εκεί τα είδα όλα. Την αδερφή του που έκλαιγε, το φέρετρο κατάμαυρο γυαλιστερό, φίλους και γνωστούς στις πάντες και τον Αλέκο τον Αράπη να παραπατάει επικίνδυνα.

Όταν τον παραχώσανε σκέφτηκα ότι μια χαρά τα είχε καταφέρει ο Παυλάκης κι ας χρειάστηκε να φτάσει μέχρι τα 42 για να πεθάνει. Εγώ, ελπίζω να τα καταφέρω ακόμα καλύτερα και να πεθάνω πριν φτάσω τα 30 –άλλωστε πάνε κοντά 10 χρόνια από εκείνο το βράδυ που ο Γιωργάκης ο αδερφός του Σόλωνα την είχε κοπανήσει από τη χοροεσπερίδα πάνω στη βέσπα του αδερφού του για να γκρεμιστεί από τον Κρεμαστό Λαγό ανοίγοντας μια καταπακτή θανάτων που δεν έλεγε να κλείσει. Σήκωσα τους γιακάδες του τζάκετ μου, έβαλα τα χέρια στις τσέπες γιατί είχα ξυλιάσει και την έκανα από το μαντρότοιχο του νεκροταφείου σφυρίζοντας.

Οι Μέρες κρασιού και τριαντάφυλλων κυκλοφορούν ελεύθερα, σε ηλεκτρονική μορφή, από το blog Λευκός Θόρυβος, http://themotorcycleboy.blogspot.com/. Εκεί ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει πλήθος άλλων ιστοριών, όπως επίσης και κειμένων για πολλά και διάφορα ενδιαφέροντα θέματα. Δημιουργός τους είναι ο the motorcycle boy.

Άκου τώρα πως έγιναν τα πράγματα –γιατί όλα πάνε μόνα τους κι εμείς ακολουθούμε, δε γίνεται αλλιώς. Θέλω να πω ότι κοιμόμασταν μαζί, αγκαλιά, κάθε βράδυ κι έτσι γλίτωσα από τους εφιάλτες μου –εκείνη δεν ξέρω, για μένα μιλάω. Έφυγαν οι εφιάλτες επειδή ήρθαν άλλα όνειρα, όμορφα όνειρα, λιγωτικά, να μην ξυπνήσω έλεγα. Παρακαλούσα. Και δεν ξύπνησα αδερφέ μου, απλά το όνειρο της χτεσινής νύχτας ήτανε πιο ζωντανό, ο αέρας είχε γίνει πηχτός –έτσι να έκανα το χέρι τον έπιανα! Άγγιζα, φιλούσα, αγκάλιαζα –όχι αέρα πλέον. Μέχρι που, κάποια στιγμή, βρέθηκα με τα μάτια ανοιχτά και το όνειρο συνεχιζόταν και η Άλεξ σφιγμένη πάνω μου, ακούγονταν οι φωνές μας –δεν χρειαζόταν πια να έχω κλεισμένα μάτια. Καταλαβαίνεις; Ήμασταν αγκαλιασμένοι, πιέζαμε στην κόντρα, ο ένας πάνω στον άλλο να διαλυθούμε, να ησυχάσουμε, να ζήσουμε ρε φίλε. Και ήταν περίεργο αυτό, μυστήριο πράγμα. Γιατί, μπορώ να σου ορκιστώ ότι πηδιόμασταν χωρίς να υπάρχει ίχνος κάβλας –γίνεται σεξ χωρίς βρώμικες σκέψεις, χωρίς υγρά σεντόνια; Τι είναι αυτό, μήπως ξέρεις; Κάναμε έρωτα; Έτσι μοιάζει λοιπόν; Πώς πάει ρε φίλε; Να λες πεθαίνω και ξαναγεννιέμαι, να λες ότι τίποτα δεν υπήρξε πριν και τίποτα δεν θα υπάρξει –μόνο τώρα, μόνο αυτό εδώ, μόνο εκείνη. Μη ρωτήσεις πως ήταν, δεν ξέρω. Μη ρωτήσεις τι γίνεται από εδώ και πέρα, δεν έχει σημασία. Μη ρωτήσεις τίποτα ρε μαλάκα.

Δεν είναι μια ακόμη αφήγηση για την Αθήνα. Μιλά αυστηρώς για συγκεκριμένες «φυλές» ανθρώπων, αφορά ελάχιστους αναφορικά με το σύνολο. Αν βρεθείς μέσα του, θα χρειαστείς χρόνο για να επανέλθεις –αν θέλεις να επανέλθεις. Είσαι κι εσύ εκεί, στην πίσω θέση ενός κίτρινου-μπλε DT, στην πρώτη προβολή του Singapore Sling, στο δωμάτιο της Άλεξ, στο πάρτυ του αποχαιρετισμού –λίγο πριν κλείσει ο κύκλος.

 

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

 

 

[1]. Τα αποσπάσματα σε πλάγια γραφή είναι από το Μέρες κρασιού και τριαντάφυλλων.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 205, Ιούνιος 2020
Comments are closed.